Σελίδες

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

“Αὐτὸ τὸ «Ἑλληνικό μας» πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε πάλι. Κι αὐτὸ δὲν περιέχει λόγια, περιέχει θυσίες, καὶ ὀνομάζεται Λεωνίδας καὶ Παλαιολόγος καὶ Παπαφλέσσας καὶ Μελὰς καὶ Αὐξεντίου”

380243_206765482793383_1896698131_n


Τὸ 1981 μία συγκεκριμένη ὀργάνωση ἀνθρώπων, λιμασμένων γιὰ χρῆμα, ἐξουσία καὶ ἐμφορούμενο ἀπὸ μένος, μνησίκακο καὶ ἐκδικητικό, ἀναλαμβάνει τὴν πολυπόθητη ἐξουσία. Τὸ κέλυφος, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποκρύπτουν τὴν ἰδιοτελειά τους, ὀνομάζεται κόμμα. Τὸ δέλεαρ γιὰ νὰ τὸ ἀκολουθήσουν οἱ λεγόμενες «λαϊκὲς μάζες», εἶναι μία ἀερόπλαστη καὶ κρανιοκενὴς συνθηματολογία. Παφλάζουσες ἀσημαντολογίες καὶ κραυγαλέοι ἀφορισμοὶ γενικότατης φύσεως (καὶ ὅσο πιὸ ἀόριστο καὶ γενικὸ εἶναι τὸ περιεχόμενο ἐνός  συνθήματος, μᾶς διδάσκει ἡ κοινωνικὴ ψυχολογία, τόσο μεγαλύτερη ἐμβέλεια ἀποκτᾶ)  καρυκευμένοι μὲ τὶς συνήθεις κόρωνες περὶ…. ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας – «Ἡ Ἑλλάδα ἀνήκει στοὺς Ἕλληνες» – καὶ κοινωνικῆς δικαιοσύνης- «ἀλλαγή», «τὸ ΠΑΣΟΚ στὴν κυβέρνηση, ὁ λαὸς στὴν ἐξουσία».

Ὁ λαὸς δὲ πάντοτε εὐκολόπιστος καὶ στὸ τέλος προδομένος, πείθεται. Τὴν δεκαετία τοῦ ’80, λαφυραγωγεῖ τὸ κράτος ἡ πρώτη γενιά. Ταυτόχρονα ἐκλύει τὶς χειρότερες ροπὲς τοῦ νεοελληνικοῦ χαρακτήρα, καλλιεργεῖ τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τὶς ἀρετές του. Τὴν διαφθορὰ διὰ τοῦ λεγόμενου «πολιτικοῦ χρήματος» καὶ τῶν περιβόητων  «διαπλεκόμενων συμφερόντων», ποὺ ὅλοι τὰ κατήγγειλαν καὶ οὐδεὶς τὰ ἀποκάλυπτε, γιατί ἀφοροῦσε τοὺς ἴδιους καὶ συγγενικά τους πρόσωπα. Τὶς ραγδαῖες ἀναρριχήσεις ἀναξιοκρατικῶ δικαιώματι καὶ κομματικὴ προωθήσει. Τὴν γενικευμένη ἠθική του ἀμέσου συμφέροντος καὶ τοῦ ἄνομου πλουτισμοῦ- «δωράκι στὸν ἑαυτὸ τοῦ»- ὅπου ὁ ὑστερῶν σὲ κακοποιὸ εὑρεσιτεχνία ἐνίωθε ὅτι κοροϊδοπιάνεται καὶ αὐτοαδικεῖται, μὲ ἕναν λόγο τὸ κλίμα σκυβαλοκρατίας, λωποδυτοκρατίας καὶ σαλταδορισμού, ποὺ ἡ λαϊκὴ θυμοσοφία συνόψισε εὐθύβολα στὸ ἀπόφθεγμα: «τὰ  λίγα βγαίνουν μὲ κόπο, τὰ πολλὰ μὲ κόλπο». (Γ. Καλλιόρη, «ἐξ ἐπαφῆς», ἔκδ. «Ἁρμός», σὲλ 13).

Τὴν δεκαετία τοῦ 80, ἐκκολάπτεται ταυτόχρονα καὶ ἡ δεύτερη γενιὰ τῶν σαλταδόρων καὶ λοιπῶν κηφήνων, ποὺ ἀνυπομονεῖ νὰ λάβει τὰ ἡνία. Στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’90 ἔρχεται ἡ ὥρα της. Χρυσὴ ἐποχὴ γιὰ ἐπαγγελματίες συνδικαλιστές, κλεφτοκατσικάδες καὶ λοιπὲς ἀναθυμιάσεις καὶ μαγαρισιὲς ποὺ ζητωκραύγαζαν δουλικὰ τὸ κόμμα. Ἡ μεγάλη λεηλασία τοῦ κράτους, χάρις καὶ στὴν ἀπραξία τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐθίζεται στὴν βορβορώδη εὐτέλεια καὶ κυρίως στὴν αἴσθηση πὼς ὅλα ἐπιτρέπονται ἄνευ ὁρίων καὶ χαλινοῦ. (Ἡ τότε ἀφωνία καὶ ἔλλειψη ἀντίδρασης ὁδήγησε στὴν τωρινὴ “πάγκαλη” χαιρεκακία περὶ τοῦ «μαζὶ τὰ φάγαμε». Ὅπως ὅλοι οἱ ἐγκληματίες  καταφεύγει στὴν θρασύδειλη καὶ ἀνήθικη τακτική της ἀποφυγῆς τῆς εὐθύνης. Ὁ ἴδιος ὅμως καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς ὀργάνωσης νομοθετοῦσαν καὶ ὄχι ὁ λαός. Ἂν ἐγὼ ὁ δάσκαλος, ἀφήνω τοὺς μαθητές μου «νὰ κλέβουν» στὰ διαγωνίσματα καὶ «νὰ ἀντιγράφουν», τὴν ἑπόμενη φορᾶ θὰ ἔλθουν ὅλοι ἀδιάβαστοι. Ποιὸς εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς τάξης; Ὅλοι μαζί;).

Τὴν δεύτερη αὐτὴ δεκαετία τοῦ «χρυσοῦ θερισμοῦ», ὅπως ὀνομάζει ὁ Πλούταρχος τὴν ἐνασχόληση μὲ τὴν πολιτική, ἀνδρώνεται καὶ ἡ τρίτη γενιὰ τῶν… ἐκτελεστῶν του λαοῦ, ἄθλια ἀπολειφάδια τῆς Νέας Τάξης, χωρὶς ἰθαγένεια, Γραικύλοι, ἡμιμαθεῖς φραγκολεβαντίνοι. (Δρούτσας, Μπιρμπίλη, Γερουλάνος, Παπακωνσταντίνου καὶ λοιποὶ ἀγνώστου προελεύσεως).

Γιὰ τὴν τρίτη γενιὰ καὶ τὴν «προσφορά» της στὸν τόπο, δὲν ὑπάρχουν λόγια. Ἡ σκέψη ἀδυνατεῖ νὰ ἑρμηνεύσει μὲ λογικὲς κατηγορίες τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία της. Μόνον παρανοϊκὸς μπορεῖ νὰ διαρρήξει τὴν κρούστα τρέλας καὶ ψευτιᾶς ποὺ τὴν περιβάλλει.

Τρεῖς γενιὲς ἀχρειότητας καὶ ἐξαπάτησης ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ. Κάποιοι θὰ  ποῦν ἔγιναν καὶ πράγματα σωστά.

Ὅμως «πρὸς γὰρ τὸ τελευταῖο ἐκβᾶν ἔκαστον  τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται», τὸ τελευταῖο συμβὰν κρίνει ὅλα τὰ  προηγούμενα. Τώρα ποὺ ξεβράζονται οἱ ἀπατεωνιές τους, στὶς ὁποῖες μυοῦσαν καὶ τὶς οἰκογένειές τους, κατανοοῦμε πλήρως τὸ τί γινόταν ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια.

Τώρα ζητοῦν ἀπὸ τὸν λαὸ νὰ δείξει ἐντιμότητα, νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ὑποχρεώσεις του, νὰ μεταμορφωθεῖ ἐν μία νυκτὶ σὲ πειθαρχημένο πολίτη. Προηγήθηκαν τρεῖς δεκαετίες θηριώδους διαφθορᾶς, ἀπαιδευσίας καὶ ἀναξιοκρατίας. Τώρα εἶναι ἀργά. Μόνο ἂν φύγουν ἀπὸ «τὸ κάδρο» -κατὰ τὴν ἐλεεινὴ φράση- οἱ ὑπαίτιοι καὶ κυβερνήσουν ἄνθρωποι ποὺ θὰ φιλοτιμήσουν τὸν λαὸ διὰ τοῦ παραδείγματός τους, θὰ σωθεῖ ἡ πατρίδα. Καὶ θὰ ἔρθει ἡ εὐλογημένη ὥρα…

«Ἡ ζωὴ ποὺ ἐκάναμε μᾶς βοήθησε στὴν Ἐπανάσταση. Διότι ἠξεύραμε τὰ κατατόπια, τοὺς δρόμους, τοὺς ἀνθρώπους. Ἐμάθαμε τὴν πείνα, τὴ λέρα, τὴν κακοπάθεια. Ἐσυνηθίσαμε νὰ καταφρονοῦμε τοὺς Τούρκους», ποὺ θὰ πεῖ ἔλαβαν συνείδηση τῆς ἐλευθερίας τους, πρὶν τὴν ἀποκτήσουν καὶ ἐξωτερικά, ὅπως μᾶς τὰ ἱστορεῖ ὁ Κολοκοτρώνης. Τώρα καὶ ἐμεῖς μαθαίνουμε τὴν κακοπάθεια καὶ συνηθίζουμε νὰ καταφρονοῦμε τὴν κομματικὴ λέρα. Κάποια στιγμὴ θὰ μᾶς πιάσει τό…Ἑλληνικό μας.

Κάποτε, μία μέρα ποὺ συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι, δύο ψαράδες ἦταν -γράφει ὁ Μυριβήλης- γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δεξιὲς καὶ ἀριστερὲς δυνάμεις πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξαφνίασε. Εἶπε ὀργισμένος: «Ἀν  μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ Ἑλληνικό μας…» (πέρ. «Γνώσεις», 1959).

Αὐτὸ τὸ «Ἑλληνικό μας» πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε πάλι. Κι αὐτὸ δὲν περιέχει λόγια, περιέχει θυσίες, καὶ ὀνομάζεται Λεωνίδας καὶ Παλαιολόγος καὶ Παπαφλέσσος καὶ Μελὰς καὶ Αὐξεντίου. Αὐτὸ «τὸ Ἑλληνικό μας» περιφρόνησε καὶ δὲν φρόντισε τὸ κράτος νὰ καλλιεργήσει συστηματικά, ἐντατικὰ στὴν ψυχὴ τῆς νέας γενιᾶς, γιατί αὐτὸ εἶναι ποὺ φοβοῦνται οἱ ἐχθροί του Γένους καὶ αὐτὸ ὑπονόμευσαν μὲ χίλιους τρόπους.

Καὶ γιὰ νὰ κλείσουμε, ὅπως ξεκινήσαμε, γιὰ τὶς τρεῖς γενιές του… ὀργανωμένου ἐγκλήματος, παραπέμπω σ’ ἕνα κείμενο τοῦ Φώτη Κόντογλου ἀπὸ τὸ θαυμάσιο «Εὐλογημένο καταφύγιο». (σέλ. 213):
Μία φορὰ ἦταν ἕνας σουλτάνος αἱμοβόρος καὶ τὸν καταριότανε ὅλος ὁ κόσμος. Τὴ νύχτα γινότανε «τεπτίλι», δηλαδὴ ἔβαζε ξένα ροῦχα καὶ γύριζε μέσα στὸ σοκάκια καὶ στὰ μαγαζιά, γιὰ νὰ δεῖ τί ἔλεγε ὁ κόσμος γι’ αὐτόν. Ἀπὸ παντοῦ ἄκουγε κατάρες καὶ βλαστήμιες. Μὰ δὲν ἀπελπιζότανε. Δύο-τρία χρόνια ἔβγαινε στὴ βόλτα, μὰ δὲν ἄκουσε μήτε ἕναν ἄνθρωπο νὰ πεῖ καλὸν λόγο γιὰ τὸν σουλτάνο. Ἀπάνω στὰ τρία χρόνια, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε ἕνα βράδυ σ’ ἕναν δρόμο, μία γριά, πολὺ γριά, τὸν γνώρισε, κι εἶπε: «Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, μέρες νὰ κόβει ὁ Ἀλλὰχ ἀπὸ μένα, χρόνια νὰ σοὺ τὶς δίνει».
Ὁ σουλτάνος παραξενεύτηκε πῶς βρέθηκε ἄνθρωπος νὰ τὸν εὐχηθεῖ, καὶ ρώτησε τὴ γριὰ τί καλὸ εἶχε δεῖ ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν εὐχιότανε.
Κι ἡ γριὰ τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ θὰ σοὺ πῶ τὴν ἀλήθεια καὶ δὲ μὲ μέλει νὰ μὲ σκοτώσεις, γιατί εἶμαι γριά. Ἐγὼ ἔφταξα τρεῖς σουλτάνους, τὸν παππού σου, τὸν πατέρα σου κι ἐσένα».
«Λοιπόν», τῆς λέγει ὁ σουλτάνος, «τί ἄνθρωπος ἤτανε ὁ παππούς μου;».
«Ὁ παππούς σου», λέγει ἡ γριά, «ἤτανε κακὸς ἄνθρωπος. Κρέμαζε, παλούκωνε, ἔσφαζε».
«Κι ὁ πατέρας μου;» τὴ ρωτᾶ ὁ σουλτάνος.
«Ὁ πατέρας σου ἤτανε χειρότερος ἀπὸ τὸν παππού σου», λέγει ἡ γριά.
«Κι ἐγώ», τὴ ρωτᾶ ὁ σουλτάνος, «τί ἄνθρωπος εἶμαι;».
«Ἐσὺ εἶσαι πιὸ παλιάνθρωπος ἀπὸ τὸν πατέρα σου».
«Καὶ τότε, γιατί μὲ πολυχρονίζεις;», τὴ ρωτᾶ πάλι ὁ σουλτάνος.
«Σὲ πολυχρονίζω, ἐπειδὴ ὁ πατέρας σου ἤτανε χειρότερος ἀπὸ τὸν παππού σου, κι ἐσὺ χειρότερος ἀπὸ τὸν πατέρα σου, παρακαλῶ τὸν θεὸ νὰ σὲ πολυχρονίζει, γιατί αὐτὸς ποὺ θὰ ‘ρθεῖ ὓστερ’ ἀπὸ σένα, θὰ ‘ναὶ ἀκόμα χειρότερος!
Δημήτρης ΝατσιόςΑκτίνες, Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013 («Τα λίγα βγαίνουν με κόπο, τα πολλά με… κόλπο») 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου